Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2017

Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΟΥ ΠΑΡΑΓΩΓΟΥ/ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗ τζερεμυ Ριφκιν







Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΟΥ ΠΑΡΑΓΩΓΟΥ/ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗ

τζερεμυ Ριφκιν


Έναν συνεργασιακό κοινόκτητο χώρο οι πωλητές και οι
αγοραστές παραχωρούν τη θέση τους σε παραγωγούς/
£ama καταναλωτές, τα δικαιώματα ιδιοκτησίας αντικαθίστα-
νται από τον διαμοιρασμό ανοικτής πηγής, η ιδιοκτησία είναι
λιγότερο σημαντική από την πρόσβαση, τα δίκτυα παίρνουν τη
θέση των αγορών, και το οριακό κόστος της παραγωγής πλη-
ροφοριών, ενέργειας, της παραγωγής προϊόντων και της εκ-
παίδευσης μαθητών προσεγγίζει το μηδέν. Προκύπτει το εξής
βασικό ερώτημα: Με ποιόν τρόπο πρέπει να χρηματοδοτηθεί
η υποδομή του Διαδικτύου των Πραγμάτων που επιτρέπει να
γίνουν όλα αυτά πραγματικότητα;
(Το ζήτημα, του πώς πρόκειται να διοικηθεί και να λειτουρ­γήσει μία κοινωνία σχεδόν μηδενικού κόστους, θα συζητηθεί χωριστά στο Κεφάλαιο 12.)


Το ζήτημα αυτό της χρηματοδότησης της υποδομής έχει ανακύ- ψει και παλαιότερα στις δεκαετίες του 1930 και 1940. Εκείνη την περίοδο το αποκάλεσαν διαφωνία γύρω από το ζήτημα του οριακού κόστους και προκάλεσε μία έντονη συζήτηση μεταξύ των οικονομολόγων, διευθυντών επιχειρήσεων, και κυβερνη­τικών στελεχών διαμόρφωσης πολιτικής. Εκείνη την περίοδο επρόκειτο κυρίως για ζήτημα γενικού ενδιαφέροντος. Σήμερα, είναι ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα πολιτικής που αντι­μετωπίζει η κοινωνία. Το πώς επιλέγουμε να χρηματοδοτήσου­με μία κοινωνία σχεδόν μηδενικού οριακού κόστους είναι πι­θανόν να καθορίσει τον τρόπο με τον οποίον θα οργανώσουμε την οικονομική, κοινωνική, και πολιτική ζωή για τον υπόλοιπο εικοστό πρώτο αιώνα.
Το Δεκέμβριο 1937, ο οικονομολόγος Χάρολντ Χότελινγκ, πρόεδρος μέχρι τότε της Οικονομετρικής Εταιρίας, παρουσία­σε στην ετήσια συνέλευση του οργανισμού μία ανακοίνωση με τίτλο Η Γενική Ευημερία σε Σχέση με τα Προβήματα της Φορο­λογίας και των Χρεώσεων του Σιδηροδρόμου και των Υπηρεσι­ών Κοινής Ωφελείας.
Ο Χότελινγκ ξεκίνησε με την παρατήρηση ότι «η βέλτιστη κοινή ευημερία αντιστοιχεί με την πώληση των πάντων στο οριακό κόστος1». Φυσικά, αν οι εταιρίες πωλούσαν τα προϊό­ντα τους στο οριακό κόστος, θα βρίσκονταν σύντομα εκτός λει­τουργίας, επειδή δεν θα είχαν τη δυνατότητα να αποσβέσουν τις κεφαλαιουχικές τους επενδύσεις, και έτσι κάθε επιχειρηματίας συμπεριλαμβάνει το αρχικό κόστος στην τιμή κάθε μονάδας.
Ο Χότελινγκ όμως παρατήρησε ότι υπάρχουν ορισμένα είδη προϊόντων -δημόσια αγαθά απέναντι στα οποία δεν υπάρχει ανταγωνισμός επειδή όλοι επιθυμούν να έχουν πρόσβαση σ’ αυτά- για παράδειγμα δρόμοι και γέφυρες, συστήματα υδρο- δότησης και αποχέτευσης, σιδηροδρομικές γραμμές, δίκτυα

διανομής ηλεκτρισμού κ.λπ. Αυτά τα δημόσια αγαθά έχουν γενικά τον χαρακτήρα της δημιουργίας υποδομών για τη διε­ξαγωγή όλων των άλλων οικονομικών δραστηριοτήτων και απαιτούν σοβαρές κεφαλαιουχικές δαπάνες. Και επειδή, είναι είδη που δεν επιδέχονται ανταγωνισμό, ευνοούν τη δημιουργία φυσικών μονοπωλίων. Η δημιουργία ανταγωνιστικών οδικών δικτύων, γεφυρών, δικτύων υδροδότησης και αποχέτευσης και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας θα συνιστούσε μία κολοσσιαία σπατάλη πόρων.
Όλα αυτά οδηγούν στο ερώτημα: Πώς θα πρέπει να χρημα­τοδοτούνται οι υποδομές και τα δημόσια αγαθά; Ο Χότελινγκ υποστήριξε ότι επειδή το ευρύτερο κοινό θα ωφεληθεί σε μεγά­λο βαθμό αν πληρώνει μόνο για το οριακό κόστος αυτών που θα χρησιμοποιεί, ο καλύτερος τρόπος για τη χρηματοδότηση του σταθερού κόστους της δημιουργίας των δημοσίων αγαθών είναι μέσω της γενικής φορολογίας. Ο Χότελινγκ μίλησε για φόρο εισοδήματος, φόρο κληρονομιάς, και για φόρους επάνω στην αξία της γης, για τη χρηματοδότηση των δημοσίων αγα­θών. Ισχυρίσθηκε, ότι αν το κράτος χρηματοδοτούσε το σταθε­ρό κόστος της ανάπτυξης μη ανταγωνιστικών υποδομών μέσω της φορολογίας, «όλοι θα ήταν ωφελημένοι2».
Ο Χότελινγκ χρησιμοποίησε το παράδειγμα μίας γέφυρας για να στηρίξει τις θέσεις του:
Μία γέφυρα ελεύθερης διέλευσης δεν κοστίζει περισ­σότερο από μία γέφυρα με διόδια, ενώ η λειτουργία της στοιχίζει λιγότερο. Αλλά η κοινωνία που πρέπει να πληρώσει το κόστος με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο, προσπορίζεται πολύ μεγαλύτερο όφελος αν η διέλευση είναι ελεύθερη, επειδή σ’ αυτήν την περίπτωση θα χρησι­μοποιείται περισσότερο. Η χρέωση διοδίων, όσο χαμηλά και αν είναι αυτά, υποχρεώνει κάποιους ανθρώπους να σπαταλούν χρόνο και χρήμα για να την παρακάμψουν




ακολουθώντας μακρύτερες αλλά φθηνότερες διαδρομές, ενώ σε άλλους τους απαγορεύει να περάσουν απέναντι3.
Ο Χότελινγκ παραδέχθηκε ότι ενώ η προσφυγή στη φορο­λογία για τη χρηματοδότηση του αρχικού κόστους των δημοσί­ων αγαθών μπορεί να επηρεάσει δυσμενώς κάποιους φορολο­γούμενους -ανάλογα με το είδος της φορολογίας- και ιδιαίτερα όσους είναι εύποροι, στις περιπτώσεις των φόρων κληρονομιάς και της έγγειας ιδιοκτησίας, θα συνιστούσε μικρή επιβάρυνση για τα πλουσιότερα μέλη της κοινότητας σε σύγκριση με το γε­νικό καλό.
Ο Χότελινγκ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα γενικά κυ­βερνητικά έσοδα θα πρέπει να χρησιμοποιούνται για να καλύ- ψουν τα αρχικά έξοδα κατασκευής μονάδων παραγωγής ηλε­κτρικής ενέργειας, έργων υδροδότησης, σιδηροδρόμων και άλλων βιομηχανιών στις οποίες το σταθερό κόστος είναι υψη­λό, έτσι ώστε οι τιμές που χρεώνονται για τις υπηρεσίες αυτών των κλάδων να μειωθούν στο επίπεδο του οριακού κόστους4. Πολλοί οικονομολόγοι εκείνης της εποχής συμφώνησαν με την επιχειρηματολογία του Χότελινγκ, πιστεύοντας ότι αυτή ήταν η πιο λογική προσέγγιση για την εξυπηρέτηση του γενικότερου καλού.
Σε κάθε περίπτωση όμως, δεν συμμερίσθηκαν όλοι οι οι­κονομολόγοι τις θέσεις του Χότελινγκ. Οι πιο παραδοσιακοί υποστηρικτές της ελεύθερης οικονομίας παραδέχθηκαν ότι τα δημόσια αγαθά -ιδιαίτερα όσα συνιστούν υποδομή- ήταν μη ανταγωνιστικά και σ’ εκείνες τις περιπτώσεις το μέσο κόστος εισαγωγής πρόσθετων μονάδων στην αγορά θα συνέχιζε να μειώνεται με την παρατεταμένη ζήτηση. Υπεστήριξαν ότι η χρέωση για «μειούμενο μέσο κόστος» ήταν κάτι πιο λογικό, δίνοντας στις επιχειρήσεις τη δυνατότητα να αποσβένουν την επένδυσή τους και μη επιτρέποντας στο κράτος να παρεμβαίνει στην οικονομική ζωή της χώρας.

Το 1946 ο οικονομολόγος Ρόναλντ Κόαζ, πήρε μέρος στη συζήτηση, διαφωνώντας με τις θέσεις του Χότελινγκ και υπο­στηρίζοντας, ότι οι κοινωνικές επιδοτήσεις τις οποίες πρότεινε ο Χότελινγκ «θα προκαλούσαν ανωμαλία στην κατανομή των συντελεστών της παραγωγής, μία δυσαρμονία στην κατανομή του εισοδήματος, και πιθανώς μία ζημία ανάλογη με εκείνη που το αρχικό σχέδιο είχε σκοπό να αποφύγει5».
Ο Κόαζ δεν διεφώνησε με τον Χότελινγκ ότι η τιμή θα έπρε­πε να είναι ίση με το οριακό κόστος, αλλά πίστευε συγχρόνως ότι ήταν ανάγκη να ανακτηθεί το συνολικό κόστος. Πρότεινε ένα σύστημα διαφορικής τιμολόγησης, σύμφωνα με το οποίο όσοι χρησιμοποιούσαν το δημόσιο αγαθό έπρεπε να καταβάλ­λουν μία πρόσθετη χρέωση πέραν από την τιμή οριακού κό­στους για τη διέλευση. Με αυτόν τον τρόπο, όσοι χρησιμοποι­ούσαν τη συγκεκριμένη υπηρεσία θα πλήρωναν κάτι παραπάνω για τη διέλευση αντί για τους φορολογούμενους, κάποιοι από τους οποίους δεν θά χρησιμοποιούσαν ποτέ τη συγκεκριμένη υπηρεσία Ο Κόαζ επίστευε ότι οι διαφορικές χρεώσεις θα επέ­τρεπαν να ανακτηθεί το συνολικό μαζί με το οριακό κόστος6.
Χωρίς να μπούμε σε κουραστικές λεπτομέρειες των διαφό­ρων απόψεων γύρω από τη διαφωνία περί το οριακό κόστος, αρ­κεί να αναφέρουμε ότι ο Κόαζ έστρεψε την κοινή γνώμη υπέρ της ελεύθερης αγοράς. Το 1946 η παραδεδεγμένη σοφία είχε περάσει στην πλευρά των υπερασπιστών της ελεύθερης αγο­ράς, οι οποίοι ισχυρίζονταν ότι τα φυσικά μονοπώλια έπρεπε να παραμείνουν στα χέρια του ιδιωτικού τομέα, και αντί για επιδο­τήσεις του δημοσίου, οι επιχειρήσεις θα έπρεπε να μπορούν να χρεώνουν πάνω από το οριακό κόστος για να αποσβένουν την αρχική επένδυση. Αυτό το σκεπτικό εξακολουθεί να ισχύει και σήμερα. Ο Τζον Ντάφυ, καθηγητής Νομικής στο Πανεπιστή­μιο George Washington, λέει ότι «με λίγα λόγια, οι σύγχρονοι θεωρητικοί των δημοσίων υποδομών δεν συνιστούν κατά κανό­να παρεμβατικές κρατικές επιδοτήσεις για την αναζήτηση του




ΤΖΕΡΕΜΥ ΡΙΦΚΙΝ

Ιερού Δισκοπότηρου της οικουμενικής τιμολόγησης στο ορια­κό κόστος7».
Στην πραγματικότητα, το επιχείρημα ότι οι κυβερνήσεις δεν πρέπει να χρηματοδοτούν υποδομές που δημιουργούν δημόσια αγαθά και υπηρεσίες και ότι τα φυσικά μονοπώλια θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να καθορίζουν τις τιμές τους πάνω από το οριακό τους κόστος για να αποσβένουν το αρχικό κόστος είναι το λιγότερο αβάσιμο. Πολλοί από αυτούς τους οικονομολόγους της αγοράς που αντιτίθενται σε κρατικές επιδοτήσεις κάνουν ότι δεν βλέπουν το γεγονός ότι ιδιωτικές επιχειρήσεις που χα­ρακτηρίζονται φυσικά μονοπώλια και απολαμβάνουν σχεδόν μονοπωλιακή θέσης είναι εκείνες που δέχονται τις μεγαλύτερες κρατικές επιδοτήσεις που προέρχονται από τη φορολογία.

Πριν από το κίνημα της κανονιστικής χαλάρωσης και των ιδιωτικοποιήσεων της δεκαετίας του 1980, αυτοί οι τρεις κλά­δοι ανήκαν στην πράξη και εχρηματοδοτούντο από το αντίστοι­χο δημόσιο στις περισσότερες ανεπτυγμένες χώρες - επιτρέ­ποντας στους καταναλωτές να απολαμβάνουν σχετικά χαμηλές τιμές. Όμως στις Ηνωμένες Πολιτείες, παρέμεναν στην πλει­ονότητά τους στον ιδιωτικό τομέα. Οι κανονισμοί λειτουργί­ας της βιομηχανίας ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου ετίθεντο από την κυβέρνηση αλλά αυτοί οι κλάδοι είχαν το δικαίωμα να


καθορίζουν τιμές επάνω από το οριακό κόστος, κι έτσι να απο­κομίζουν καλά κέρδη, ενώ συγχρόνως εισέπρατταν πλούσιες κρατικές επιδοτήσεις.
Αυτές οι επιδοτήσεις δεν περιελάμβαναν ούτε την προστα­σία πνευματικών δικαιωμάτων που παρείχε η κυβέρνηση με τη μορφή διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας. Αν και ο αρχικός σκο­πός ήταν η ενθάρρυνση των εφευρέσεων και η παροχή στους επιχειρηματίες της δυνατότητας να αποσβέσουν τις επενδύσεις τους, η πνευματική ιδιοκτησία εδώ και καιρό έχει εξυπηρετήσει έναν διαφορετικό σκοπό, επιτρέποντας σε φυσικά μονοπώλια να απολαμβάνουν ένα δεύτερο μονοπώλιο επάνω σε προϊόντα και υπηρεσίες που παρέχουν, και δίνοντάς τους τη δυνατότητα να χρεώνουν τιμές κατά πολύ υψηλότερες από το οριακό τους κόστος.
Όλα αυτά θα μπορούσαν να έχουν περάσει απαρατήρητα αν δεν συνέβαινε η μετεωρική άνοδος του Διαδικτύου, η οποία έφερε το οριακό κόστος απόκτησης πληροφορίας κοντά στο μηδέν. Αυτό συνοδεύθηκε από την κατακόρυφη μείωση του κόστους συλλογής ηλιακής και αιολικής ενέργειας και άλλων άφθονων πηγών ανανεώσιμης ενέργειας, την τρισδιάστατη εκτύπωση «πραγμάτων» και τα online μαθήματα ανώτατης εκ­παίδευσης.
Το Διαδίκτυο των Πραγμάτων είναι η πρώτη γενικής χρήσης τεχνολογική πλατφόρμα στην ιστορία, η οποία έχει τη δυνατό­τητα να φέρει μεγάλα τμήματα της οικονομίας κοντά σε μηδε­νικό οριακό κόστος. Και αυτό είναι που καθιστά τη συζήτηση γύρω από το οριακό κόστος τόσο κρίσιμη για το μέλλον της αν­θρωπότητας.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου